Θέλομε να γίνωμεν ελεύθεροι και όχι να λεγόμεθα ελεύθεροι

ΗΛΙΑΣ ΖΕΡΒΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ 26-12-1848

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ

Βρισκόμαστε στην εποχή των κλικ Πολλά τα κλικ Με τον
Ρυθμό που πάμε ένας Μπαμπινιώτης τι να κάνει
click away,   Click In store,  click inside,  take away,
delivery και εξελληνισμένο Ντελιβεράδες
Μιλούμε με Like και click Λαικάρουμε και κλικάρουμε
Κάποτε όμως θα λασκάρει και θα κλατάρει  η Γλώσσα μας

Σ αυτήν την εποχή εγώ παρουσιάζω ένα ποίημα γραμμένο
στην ΝΤΟΠΙΑ (ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΗ) ΜΙΛΙΑ Ήταν η γλώσσα
όπως την μιλούσαν στην εποχή που αναφέρεται
 
Ήταν η εποχή που οι Νόνες και οι Μανάδες έγνεθαν με την
Ρόκα γνέμα να φτιάξουνε τσουράπια και φανέλες
Έβαναν κάρβουνα στο σκανταλέτο  να σιδερώσουν
Μας έστερναν στο μαγαζί να πάρουμε Σαλούμι η μια
σκάτουλα κιάκια Όταν ταραζόταν έλεγαν <Κοσπέτο  Δεμπάκο>  
Βεραμέντε σήμερα λίγοι νέοι καταλαβαίνουν όταν τα ακούν
ότι η βάστα είναι γλιδιασμένη  η το μπουγιανάρι είναι
μπουκούνια  (όπως στα μοντέρνα παντελόνια )  
 
Δεν είναι κάτι ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ
Στο ποίημα περιγράφεται μια δύσκολη μέρα από την
δύσκολη Ζωή των προγονών μας μέχρι την Δεκαετία του 70
Ιδιαίτερα τις δεκαετίες 50 και 60 όπως τα έβλεπα

 

   
Το όργωμα, η σπορά, οι μεταφορές γινόταν με τα ζώα
Δεν είχε φτάσει ακόμα η Αγροτική Επανάσταση στο χωριό
Με τα χέρια και το τσαπί τους όπλο προσπαθούσαν να
ζήσουν πολυμελείς οικογένειες
Τα ελάχιστα που μπορούσαν να ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ στα παιδιά
τους ήταν παρα πολλά
Είναι μια γλώσσα που αγαπώ παρα πολύ Την μιλαγα όταν 
μεγάλωνα στο χωριό και ποτέ δεν την ξέχασα
.Όπου δυσκολεύτηκα βοήθησε η θειά μου η Χαραλαμπία   

Μπορει η γλώσσα να έχει προσαρμοστεί και πολλές λέξεις
να έχουν ξεχαστεί
Εκείνο που έχει μείνει ΙΔΙΟ τότε και τώρα είναι η μοίρα
του ΑΓΡΟΤΗ
Όλα εξαρτώνται από τον ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΚΑΙΡΟ
Όπως είδαμε χθες σε μισή ώρα από το χαλάζι
καταστράφηκε όλη η παραγωγή της ΡΟΜΠΟΛΑΣ 
και τα  κηπευτικά  Ας μη αναφερθω στον ΙΑΝΟ 

ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ

ΔΑΜΟΥΛΙΑΝΑΤΑ 1960
 
Κάθε μέρα οι ξωμάχοι
δύσκολη έδιναν μάχη
 
ΠΡΩΙΝΟ  ΞΥΠΝΗΜΑ  ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ
 
Έκοψε το ρουχουνητό             
 απά στα ξημερώματα             ρουχουνητό   ροχαλητό
απ αστροπελέκι δυνατό          κανώματα  ξύλα στέγης
τρίξανε τα κανώματα             
                                            
Το ρνίθι, μόλις λάλησε,            ρνίθι κόκορας
 όξου ήτανε σκοτίδια,                
η θεοποντή που άρχισε          θεοποντή  δυνατή βροχή 
τα κάνε όλα μοσκίδια
                                                    
Πήρε μια σκάτουλα κιάκια       σκάτουλα κιάκια  κουτί σπίρτα
το λυχνάρι του ν ανάψει
δεν μπορεί μ ανοιχτά μάτια
στο κρεβάτι άλλο να κάτσει
 
Το παγερούτσο άφηκε             παγερούτσο
 απάνου ασηκώθηκε                 στρώμα με γέμιση άχυρο
τα σκουτιά του ντύθηκε            σκουτιά ρούχα 
με το ζωνάρι ζώστηκε          
 
Μες το μαγεριό εμπήκε
κάτι να βάλλει στο στόμα  
στο συκλί, μπακαλάο βρήκε      συκλί  μικρός κουβάς
 ήταν όμως, λύσσα ακόμα         λύσσα  αρμυρός
 
Μια αγκωνή αμόλυψε                αγκωνή   γωνία ψωμί
μ όρουμη κομιντόρα                   αμόλυψε  άλειψε
με κρασί την συνόδεψε              μπονόρα  πολύ  πρωί
είναι έτοιμος μπονόρα           
 
Ο καφές δεν του γουστάρει
ούτε και το τσάι θέλει                   τσουτζάρει  πίνει
το πρωί κρασί τσουτζάρει  
άσπρο είτε κοκκινέλι
 
Μόλις λιγάκι φάνηκε 
στη σπιέρα να φωτάει                σπιέρα  τζάμι
το μαγερειό του άφηκε
τα ζα να σιάξει πάει
 
Αλλά όμως λαβουτσάρει         Όμως Πατάει σε λάσπη
 όταν βγαίνει στην αυλή
η ψυχή του αρνιγάρει                αγανακτεί
και τσ Αγίους προσκαλεί          αρχίζει την βλαστήμια
 


Το γάδιαρο σαμάρωσε  
τα κατσίκια συγυρίζει 
τ οργιό όξου τον πάγωσε          οργιό  πολύ κρύο  
στο μαγερειό γυρίζει                  όξου έξω
 
Σηκώθηκε η κυρία του
έξοδα του ετοιμάζει                 έξοδα   φαγητό να πάρει μαζί
ότι θα παίρνε μαζί του
σ ένα, τουβαέλι βάζει              τουβαέλι   πετσέτα φαγητού
 
Ξημέρωσε γιωμένη μέρα          γιωμένη    μουντή, ψυχρή 
μα έχει λίγο ξεπουριάνει
κινάει για τον κάμπο πέρα     ξεπουριάνει  καθαρίσει ο ουρανός
όπου ‘χει δουλειές να κάνει
 
Όμως όξου στο στραπούντο   
δεν τ άρεσε τα αγνάντεμα            στραπούντο  στενός δρόμος
βγήκε ίδιο μουμέντο ιπούντο      μουμέντο  στιγμή
το κακό του συναπάντημα           ιπούντο  ακριβώς
                                                       
Στο ζωνάρι έδεσε κόμπο               Για το κακό συναπάντημα
για να μην τση βάλλει πόστα        έδεναν ένα κόμπο
που βγήκε πρωί στο δρόμο          βάλλει πόστα  μιλήσει άσχημα
λες και το κάμε ξαπόστα              ξαπόστα    επίτηδες   
                                                                      
Μα κιό δεν είχε ξεπορτίσει          Μα κιό   αλλά, Όμως
μπονόρα να πάει στο Φόρο         Φόρο  αγορά
αλλά για να καθαρίσει                  Μπουζαδόρος  αποχέτευση
 τση αυλής το μπουζαδόρο          έξοδος του νερού  
                                                         
Δεν θα πάει καλά  η μέρα
πέρασε αφ το μυαλό του
πέταξε μια καλημέρα
σάρταρε στο γάδιαρο του
 
ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΜΕΡΑ
 
Τσι Μαρτίνες του έχει δέσει        Μαρτίνες  οικόσιτες γίδες
 με σπαρτσίνες στο σαμάρι          Σπαρτσίνα  λεπτό σκοινί
 για να σπείρει αν μπορέσει
στον Όξου Βουνό αρεβάρει          Όξου Βουνό  τοπωνύμιο

         ΟΞΟΥ ΒΟΥΝΟ 
 

        1975  ΤΟΤΕ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΡΝΟ 

           2018     ΣΗΜΕΡΑ   ΔΑΣΩΜΕΝΟ 


Στα κόντρελα με το ξινάρι            κόντρελα  στενά χωράφια
ψάρες ήρτε να φυτέψει                ψάρες όσπριο
εδαπάνου το ζευγάρι
δεν εμπόριε ν αλατρέψει              
 

 

 ΖΕΥΓΑΡΙ  ΑΛΟΓΑ  ΑΛΑΤΡΕΥΕΙ 


Γλέπει μαύρο τον πουνέντε         βαλούτη   φορτωμένη με μαύρα
βαλούτη την Σοροκάδα                 σύννεφα
τονε σκιάζει βεραμέντε               βεραμέντε  βέβαια
μη φέρει κανιά Ντρογάδα           Ντρογάδα  βροχή με αέρα
 
Δεν σκέφτεται αδράπανος      αδράπανος άπραχτος
στο σπίτι να επιστρέψει 
αλλά θέλει εξάπαντος
να κάτσει να δουλέψει
 
Έδεπα είναι εκτεθειμένος         τριανέμι  σ όλους τους καιρούς  
ολούθενε στο τριανέμι              
όμως ειν αναπαμένος                 αναπαμένος  ήσυχος
έχει ένα καλό απανέμι
 
Άμα ο καιρός αγριώσει               παβετζώσει προφυλαχτεί
κι έρθει κανιά καταιγίδα
θα πάει να παβετζώσει
στου Λαγάρη την καλύβα


                                         Η ΚΑΛΥΒΑ 

Όλα ετούτα τα στιμάρει                      στιμάρει  υπολογίζει
τώρα φύλλο δεν σαλίζει               φύλλο δεν σαλίζει  είναι ήσυχα
για φκειό παίρνει το ξινάρι             
την σπορά δελέγκου αρχίζει         δελέγκου αμέσως 
 
Διαβατικού ένας μπιστικός           Περνώντας ένας  τσοπάνος
μπριτού το μεσημέρι                     Μπριτού  πριν 
ογλήγορα του ‘πε ο καιρός
μαύρα φίδια θα φέρει                   Μαύρα φίδια  πολλή βροχή
 
Εφκιός τον συμπαγάδωσε             συμπαγάδωσε καθησύχασε               
την μαυρίλα τηρόντας πέρα
τ αμέντε μου έχω, απάντησε       έχω το νου μου
 είναι κουριόζα η μέρα                  κουριόζα   περίεργη
                                                         
Όντις έφτακε το γιόμα                   όντις  όταν
έκατσε να ξεδουλιάσει                 
κάτι να βάλει στο στόμα
και να πιει να ξεδιψάσει
 
Επίθωσε στο τουβαέλι             Επίθωσε ακούμπησε
ότι είχε για να φάει
λάχανα και το καρβέλι
με σαλούμι για προσφάι         σαλούμι  παστή σαρδέλα
 
Στο σκύλο έδωκε ψωμί
που τον είχε για παρέα
από την τσίτσα ήπιε κρασί    τσίτσα   ξύλινη μπουκάλα
κι ένοιωσε πιο ωραία 


 

Είδε ν αστράφτουν τα Ιριά
και βρόντησε ο Χάνος               Δαμουλιανάτικη παροιμία
σκέφτηκε πως ογλήγορα          Προμήνυμα  δυνατής
θα σύρει ο Μαυριάνος             βροχής άμεσα
 
Τσι μερός το τσάκισμα              Τσι μερός το τσάκισμα
άρχισε δια μιας να βρέχει         Η ώρα που αλλάζει πρωί
παράτησε το τσάπισμα             προς απόγευμα
συλίντριχος μέσα τρέχει           δια μιας απότομα
                                                       συλίντριχος  βιαστικός  
Στην καλύβα από την μπόρα      
μπήκε για να παβετζώσει
θέλει ακόμα λίγη ώρα                παβετζώσει προφυλαχτεί
την σπορά του να τελειώσει
 
Έμπασε και το σαμάρι                    καθήκλα  καρέκλα
για να μη μοσκιδιαστεί 
να το ‘χει για καθήκλα
απάνου να ξεκουραστεί
 
Μα κιό ούτε ένα μινούτο          
δεν κόβει το σβίντο του νερού     σβίντο   ορμή
τον έχει κρεπάρει όλο τούτο        κρεπάρει  σκάσει
με τα σέστα του καιρού                 σέστα    καμώματα
 
Φτίξα δεν έμεινε κρασί                  φτίξα σταγόνα  
την δίψα του να σβήσει                 
από τσιγάρο ούτε μισή
γόπα για να  καπνίσει
 
Είναι πολύ ατζιωμένος                ατζιωμένος  εξαγριωμένος
που λαχε τέτοιο ατσιδέντε         ατσιδέντε γεγονός
δυο φάσκελα ξεμυτιστά              φάσκελο ξεμυτιστό 
 ρίχνει προς τον πουνέντε            μούτζα Κεφαλονίτικη
                                                         
ΕΠΙΣΤΟΦΗ  ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
 
Καρατάρησε την ώρα                  Καρατάρησε υπολόγισε
μην το έβρει το σκοτίδι
κίνησε μέσα την μπόρα
φτάνει στο χωριό μοσκίδι

Όμως σπίτι του δεν μπαίνει 
τα σκουτιά του να αλλάξει             ντρίτα  κατευθείαν
στο καλύβι ντρίτα πηένει
πρώτα τα ζα του να σιάξει 
 
Μόλις όλα τα τοιμάζει
στο μαγερειό αρεβάρει
δυο πίντες κατεβάζει                 πίντα κούπα 
βοστυλίδι κεχριμπάρι
 
Δεν αγιάζει τσι ταβέρνες        Δεν μπεκροπίνει στις  ταβέρνες
σπίτι όμως το τσουτζάρει       Τσουτζάρει πίνει
όπως λεν σοφές κουβέντες
κάνει το γέρο παλληκάρι
 
Όντις είναι παραδαρμέρνος    παραδαρμέρνος  ταλαιπωρημένος
τίποτ άλλο δεν φελάει              φελάει αξίζει 
κι αν είναι κατινιασμένος        κατινιασμένος  διψασμένος
το νερό λέει τον χαλάει           το νερό λέει τον χαλάει 
                                                έκφραση για να πουν ότι
                                                προτιμούσαν κρασί αντί νερό
Η κυρά του στην γωνιά             
τα ξύλα είχε ανάμενα               γωνιά   ο χώρος στην κουζίνα
επήε μιάν αγκοπανιά                 που ανάβαν φωτιά     
ν αλλάξει τα βρεμένα                αγκοπανιά  στιγμή
 
Το μαλλιά του να στεγνώσει
με την μπόλια τα σφογγίζει         μπόλια  πετσέτα
βάνει τα στεγνά σκουτιά του
και στο μαγερειό γυρίζει
 
Τώρα κάθετ αλλαγμένος
δίπλα στην ζεστή γωνιά              δουλιασμένος  κουρασμένος
είναι πολύ δουλιασμένος
βράδυ ογρό με παγωνιά
 
Ζεστάθηκε από την πυρά           καυκιά  γουδί
έκατσε να δειπνίσει
αλιάδα που χε η κυρά                
μες την καφκιά κτυπήσει
Μπακαλάος τηγανισμένος
κρασί απ το βουτσί του                 βουτσί  βαρέλι
ζεστός και χορτασμένος
θαραπάεικε η ψυχή του              ευχαριστήθηκε η ψυχή του
 
Δύσκολη μέρα σαν περνά
το κρασί τονε βοχτάει                
την κούραση ν αλησμονά
τραγούδι ν αρχινάει
 
Δίπλα στην φωτιά θα πάει
είναι γύρω του τ αγγόνια
ιστορίες τσ αρχινάει
από περασμένα χρόνια
 
Η κυρά ξεμπουζακώνει            ξεμπουζακώνει  ξηλώνει
τα τσουράπια τα παλιά            τσουράπια  κάλτσες
με γνέμα τα διορθώνει            γνέμα  νήμα  
να φορένει στην δουλειά 
 
Το σκανταλέτο έχει γιομώσει       σκανταλέτο 
 κάρβουνα αφ την φωτιά               σίδερο  με καρβουνά
 για να πιάσει να στεγνώσει
τα βρεμένα του σκουτιά
                                                         
Πέρασε δύσκολη μέρα                 αποκαρωθεί  κοιμηθεί
θα πάει ν αποκαρωθεί
μόλις λίγο φέξει η σπιέρα
για δουλειά θα σηκωθεί 
 
Υ Γ 1
Για τους παππούδες μου γραμμένο 
      κι όλες εκιές τσι γενιές
        που εζύφανε τσι πέτρες
        να ζήσουνε τσι φαμελιές 

                                         ΟΙ ΠΑΠΟΥΔΕΣ ΜΟΥ 

       

ΑΡΕΣΤΙΒΟΥΛΟΣ                                                     ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ                                                                                                                                                                                                              
Υ Γ 2
Όποιος δεν πήρε χαμπάρι
όσα είναι εδώ γραμμένα
αν ζητήσει θα τα πάρει
όλα εφκιά μεταφρασμένα

                                  ΝΙΚΟΣ Θ 
                     ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΜΑΗ 2021
              Χρειάστηκε χρόνος για να πάρει την 
                     Τελική  μορφή   

 

 


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΡΙΜΑΣ,ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΞΩΜΑΧΩΝ.

Ανώνυμος είπε...

Δεν είμαι κριτικός Όμως μπορώ να πω γι αυτά που διάβασα ότι
Μου έδωσαν μια τόσο ζωντανή εικόνα μιας ζωής που ζούσαν
στα Δαμουλιανάτα πριν λίγες σχετικά δεκαετίες
Μια ζωή σκληρή που έχει αποδοθεί τέλεια στην διάλεκτο
που αρμόζει για την εποχή εκείνη Οι λέξεις πολύ προσεγμένες
να δώσουν την ποιητική απόδοση
Πραγματικά η αγανάχτηση και αντίδραση για την κακοκαιρία
σε κάνει να βλέπεις τον Ξωμάχο να φασκελώνει